κατάμεστο θέρος
Υπερμέγεθες … το δυσκολεύω ν’ αναπνεύσω, ανοίγοντας μιαν αντλία απ’ τον ιδρώτα που μου πάγωνε το αλαφιασμένο στέρνο.
Μ’ ένα δεν πειράζει πιο χρωματιστό κι από τους φιόγκους των μαλλιών μου τινάζω το τρομάζω από τις γρίλιες του ορόφου.
Ίσως να έγινε αντιληπτό το αιωρούμενο ίχνος και η δακρυσμένη πάχνη στέγνωσε, χάθηκε κάπου στο κατόπι του νιόβγαλτου ξημερώματος κάνοντας τα νυσταγμένα μάτια της εικόνας μου έντονες κηρήθρες οπές μα με κενά χνότα.
Τύλιξα την ανάσα σαν μπαλόνι τσιχλόφουσκα κι άρχισα αργά ν’ αναμασώ τον κόμπο έως να γίνει παλμικός πολτός
Συλλαβίζω τους φθόγγους της ακινητοποιημένης λέξης δυνατά ψευδίζοντας ανάμεσα σ’ εκκρίσεις του ναρκώνομαι κι ενώνομαι παλμούς και ξάφνου ο πολτός παίρνει αέρα.
Η γραφιστική μου απεικόνιση σχηματίζει ένα καρτούν με την ψυχανάλυση επικηρυγμένη, τη λίμπιντο στο έδαφος για να ριγεί η χλόη, και τη σκιά της στα κιτάπια της Σαπφούς να πλέκει την αναπαράσταση της ήβης.
Και γυροφέρνω με δυο βατραχοπέδιλα σωσίβια πόδια κουβαλώντας στην απόχη μια παλέτα ίριδας ακουαρέλα ν’ αλλάζω χρώμα στο αποτύπωμα…
Βουτώ σε μια θάλασσα κύτταρο κι ο κυμογράφος μου διαστέλλει τη θύρα
βορράς και νότος δίχως ξέρες που να σε φτάσω στο μέσο της πανσελήνου με την ανύψωση της πλημμυρίδας
ως να γενεί ολόγιομο στο κατάμεστο θέρος
Μ’ ένα δεν πειράζει πιο χρωματιστό κι από τους φιόγκους των μαλλιών μου τινάζω το τρομάζω από τις γρίλιες του ορόφου.
Ίσως να έγινε αντιληπτό το αιωρούμενο ίχνος και η δακρυσμένη πάχνη στέγνωσε, χάθηκε κάπου στο κατόπι του νιόβγαλτου ξημερώματος κάνοντας τα νυσταγμένα μάτια της εικόνας μου έντονες κηρήθρες οπές μα με κενά χνότα.
Τύλιξα την ανάσα σαν μπαλόνι τσιχλόφουσκα κι άρχισα αργά ν’ αναμασώ τον κόμπο έως να γίνει παλμικός πολτός
Συλλαβίζω τους φθόγγους της ακινητοποιημένης λέξης δυνατά ψευδίζοντας ανάμεσα σ’ εκκρίσεις του ναρκώνομαι κι ενώνομαι παλμούς και ξάφνου ο πολτός παίρνει αέρα.
Η γραφιστική μου απεικόνιση σχηματίζει ένα καρτούν με την ψυχανάλυση επικηρυγμένη, τη λίμπιντο στο έδαφος για να ριγεί η χλόη, και τη σκιά της στα κιτάπια της Σαπφούς να πλέκει την αναπαράσταση της ήβης.
Και γυροφέρνω με δυο βατραχοπέδιλα σωσίβια πόδια κουβαλώντας στην απόχη μια παλέτα ίριδας ακουαρέλα ν’ αλλάζω χρώμα στο αποτύπωμα…
Βουτώ σε μια θάλασσα κύτταρο κι ο κυμογράφος μου διαστέλλει τη θύρα
βορράς και νότος δίχως ξέρες που να σε φτάσω στο μέσο της πανσελήνου με την ανύψωση της πλημμυρίδας
ως να γενεί ολόγιομο στο κατάμεστο θέρος
© Ε. Ν.
foto by google (akazoo.gr)




