''Ολόγραμμα''
Ολόγραμμα© 2009 Ελένη Νανοπούλου
και Εκδόσεις Δρόμων
και Εκδόσεις Δρόμων
Εξώφυλλο-Οπισθόφυλλο: Πυρογραφία σε ξύλο του Θανάση Κωνσταντινίδη
Παραχώρηση έργου τέχνης από το Μουσείο Πολιτικών εξόριστων – Αη Στράτη
ISBN: 978-960-694-046-0
Παραχώρηση έργου τέχνης από το Μουσείο Πολιτικών εξόριστων – Αη Στράτη
ISBN: 978-960-694-046-0
Το βιβλίο διατίθεται απο τον Ιανό (Αθήνα - Θεσσαλονίκη) και την Πολιτεία
(Απ)ουσία
Δεν έφτανε ούτε φράση
κλάδεψε τα βλέφαρα
εδώ πεσμένοι κάλυκες
Αχ μάνα!
κλειδώθηκες ήχους απόμερων ημερών
σύμβολο κατεβαίνει το μέλλον
σα γύρισες το βλέμμα
όπου σε καρτερούσα
όπου με περιέβαλε καιρό
κλειστό τρένο εσύ
απ 'έξω τα χρόνια μου
οι μυρωμένες σου παλάμες
ανοίγουν εσπεριδοειδή άνθη
δάση ουρανού σού έδωσαν τις ρίζες
ηλιόλουστη ήταν η ημέρα
να με ωριμάζει ανυπόφερτο στοχασμό
άλλωστε
στα στοιχεία του αιώνιου ανήκεις
έπειτα ο δρόμος με τις άδειες αλέες
τις άστρωτες κάμαρες
φθινόπωρο τριγύρω
άλλο δεν έλεγε
υπόκλιση τρις στην ομορφιά
λίγα φύλλα έσταξαν την εσχάτη
δεν έχω άλλη εποχή
κλάδεψε τα βλέφαρα
εδώ πεσμένοι κάλυκες
Αχ μάνα!
κλειδώθηκες ήχους απόμερων ημερών
σύμβολο κατεβαίνει το μέλλον
σα γύρισες το βλέμμα
όπου σε καρτερούσα
όπου με περιέβαλε καιρό
κλειστό τρένο εσύ
απ 'έξω τα χρόνια μου
οι μυρωμένες σου παλάμες
ανοίγουν εσπεριδοειδή άνθη
δάση ουρανού σού έδωσαν τις ρίζες
ηλιόλουστη ήταν η ημέρα
να με ωριμάζει ανυπόφερτο στοχασμό
άλλωστε
στα στοιχεία του αιώνιου ανήκεις
έπειτα ο δρόμος με τις άδειες αλέες
τις άστρωτες κάμαρες
φθινόπωρο τριγύρω
άλλο δεν έλεγε
υπόκλιση τρις στην ομορφιά
λίγα φύλλα έσταξαν την εσχάτη
δεν έχω άλλη εποχή
''Κι εσύ ανάμεσα σε τρίφυλλες σκέψεις
ρίξε μιαν αγάπη να σκεπάσεις τη γύμνια μου''
© Ελένη Νανοπούλου
Προς τη γη
Ότι πόθησε ήταν λέξεις
ιδιαιτερότητα
κι ακαλλιέργητους θεούς
προς τη γη φώναζαν
προσταγή
μα στον ουρανό
πόσοι οφθαλμοί ατενείς
μούσα δεν έχω
ένα λυκαυγές μόνο που ολισθαίνει
υποσχέσεις του κάλους
απατάσθε
δεν ταιριάζει εδώ το διαρκές
αυθέντης για τις λέξεις και τα κείμενα
καραδοκεί
έδωκε το ανασφάλιστο εκ νέου
και να
αλγηδών αμοιβή
κι ιδού
η πόλις η πόλις
αρχαία καρδιά
εσίγησε
© Ελένη Νανοπούλου
foto by: Madsky
ιδιαιτερότητα
κι ακαλλιέργητους θεούς
προς τη γη φώναζαν
προσταγή
μα στον ουρανό
πόσοι οφθαλμοί ατενείς
μούσα δεν έχω
ένα λυκαυγές μόνο που ολισθαίνει
υποσχέσεις του κάλους
απατάσθε
δεν ταιριάζει εδώ το διαρκές
αυθέντης για τις λέξεις και τα κείμενα
καραδοκεί
έδωκε το ανασφάλιστο εκ νέου
και να
αλγηδών αμοιβή
κι ιδού
η πόλις η πόλις
αρχαία καρδιά
εσίγησε
© Ελένη Νανοπούλου
foto by: Madsky
Συνέντευξη στον ενικό
Ήμουν στην άλλη φυσιογνωμία της πόλης, σε δρόμους ταξίδια που δεν είχαν ερμηνεία, σε πόρτες που η φλυαρία έδινε μόνιμα συνέντευξη στον ενικό.
Γελούσε ο κουτσός καιρός από τη χαραμάδα.
Με επέλεξες και ας μη το ξέρεις, είπε, τώρα θ’ αλείφεις τα δυο σου πόδια με το χρέος του δραπέτη, θα ‘χεις ένα παιδί αεικίνητο στο ένα, και μια στοργή αρχαίας ιστορίας στο άλλο. Τα χωρίζουν εκατόν ενενήντα επτά εκατομμύρια πεντακόσιες τριάντα εννέα χιλιάδες και διακόσια λεπτά περίπου. Ανάμεσα τους η διάρκεια με τις ερωτήσεις, η πραγματικότητα των εναλλασσόμενων φαναριών, οι αγκώνες που παραγκωνίζουν, τα μικροσκοπικά δάκτυλα που έλκουν.
Τις μέρες, μου έδειχνε με προτεταμένη την πατερίτσα τις φλύαρες φωνές, τις νύχτες τέντωνε το σαθρό πόδι και τρόμαζε τα μεταμεσονύχτια τρένα. Έβγαιναν κραυγές. Ρουφούσε όλα τα επιρρήματα, κι ύστερα ξήλωνε από το λαιμό του τις χορδές, έπλεκε σύμβολα. Μην καταπίνετε τις αισθήσεις.
Έλιωσαν τα ‘’ξέρω’’ μεγάλωσαν οι κακές λέξεις, πεινούσαν επιθυμίες. Το εύθραυστο καλό μεταμορφώθηκε σκόνη σε μαύρο ράσο. Μ’ ένα φουουουου τινάχθηκα χιλιάδες ροκανίδια, σαν να μην ήμουν ποτέ άνθρωπος, ούτε το ‘’α’’ της απόλαυσης δεν μπορώ να προφέρω.
Μη φοβάσαι την αθόρυβη μου πτήση, έχω τώρα μια ελάχιστη τοσοδούλα σκιά διαμελισμένη κομφετί, δεν θα κοιμάμαι, δεν θα τρώω, δεν θα σου πιάνω την καλύτερη θέση θέασης στο σινεμά, δεν θα πλέκω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά σου όταν κοιμάσαι, δεν θα ξενυχτάς τ’ άπνοια τινάγματα μου, μόνο θα ξυπνάς με το άρωμα της καραμέλας του καφέ, που σου χάρισα. Είναι ολόδικος σου τώρα, κι είχα μια αδυναμία σε αυτή τη γεύση. Φουουουου πάει και το ‘’α’’ της απόλαυσης.
© Ελένη Νανοπούλου
foto: onlysand3.blogspot.com
ουδέν
Ανήγγειλε της σάλπιγγος αυδή
παρήλθε η ανθοφορία
ο πρώτος ένοικος έκλεισε τις θύρες
ο τελευταίος ατένισε με συμπάθια
το ουδέν του λόγου
έγκλειστο σε λευκούς τοίχους
η μόνη νόσος που τους συνόδευσε μ’ ευλάβεια
ήτο σιγή
© Ελένη Νανοπούλου
Άλλο μην πεις
Μια δεξί μια αριστερό
κατάρτι ως το φώς
με βλέπεις παράδοξα
διάσταση θάλασσας
πώς να σου πω τώρα
για τις χαμένες αγκάλες
ακόμη μια
άλλο μην πεις
άθελα οι πολιτείες και ο καιρός
ξέρεις εκείνα τα κύματα
που σήκωσαν το Υ ως το ταβάνι
κι αντίδραση πόνου
στεγάστηκε στην οξεία γωνία
πού πήγες
με τη διάρκεια ξένης διεύθυνσης;
κατάρτι ως το φώς
με βλέπεις παράδοξα
διάσταση θάλασσας
πώς να σου πω τώρα
για τις χαμένες αγκάλες
ακόμη μια
άλλο μην πεις
άθελα οι πολιτείες και ο καιρός
ξέρεις εκείνα τα κύματα
που σήκωσαν το Υ ως το ταβάνι
κι αντίδραση πόνου
στεγάστηκε στην οξεία γωνία
πού πήγες
με τη διάρκεια ξένης διεύθυνσης;
προσανατολισμός οι λαιμοί των κύκνων
έλα δεν είπα
κι ωχ ωχ
τα διπλωμένα γόνατα του δειλινού
να μας εκπλήσσουν
έλα δεν είπα
κι ωχ ωχ
τα διπλωμένα γόνατα του δειλινού
να μας εκπλήσσουν
© Ελένη Νανοπούλου
Με τόσο φθινόπωρο πάνω στο πάτωμα
πώς να φορέσω ένα αποδημητικό κορμί
τώρα που χρειάζεται ένα θαύμα για εφόδιο
πώς να φορέσω ένα αποδημητικό κορμί
τώρα που χρειάζεται ένα θαύμα για εφόδιο
© Ελένη Νανοπούλου
Άλλος Αύγουστος
Διάβηκε
σαν χρόνια
μετρώντας εξήντα πανσέληνους
με θυμάμαι φρεσκοξυπνημένη
από βαθύ δέρμα και μειδίαμα
στην άκρη βράχων
έφτασε με την πνοή του βούκινου
και το θέρος της ευρυχωρίας
κι ύστερα όλες οι νύχτες πυγολαμπίδες
κει που ανοίγουν τα παράθυρα στις φυλλωσιές
γυαλιστερές
άλλος Αύγουστος ετούτος
πέρασαν οι κήποι και τα στόματα
οι θηλασμένοι αγροί
ψελλίζοντας μάτια καστανά
όσο δύουν διάρκεια απόστασης
σβηστό της Ύδρας το καράβι
τι έμελε αδειάζοντας απόνερα και δίχτυα
καραβοκύρης στο πηδάλιο
μες τα ρηχά νερά
είχε ως κάτω φτερά αγγελικά
μαζεύοντας εντός πλατύφυλλες πόλεις
ήταν σιμά τρικυμία και χορός άξαφνων πουλιών
έσερνε την πληγωμένη φτέρνα
πριν κοιμηθεί άναβε πιθανότητες
σαν χρόνια
μετρώντας εξήντα πανσέληνους
με θυμάμαι φρεσκοξυπνημένη
από βαθύ δέρμα και μειδίαμα
στην άκρη βράχων
έφτασε με την πνοή του βούκινου
και το θέρος της ευρυχωρίας
κι ύστερα όλες οι νύχτες πυγολαμπίδες
κει που ανοίγουν τα παράθυρα στις φυλλωσιές
γυαλιστερές
άλλος Αύγουστος ετούτος
πέρασαν οι κήποι και τα στόματα
οι θηλασμένοι αγροί
ψελλίζοντας μάτια καστανά
όσο δύουν διάρκεια απόστασης
σβηστό της Ύδρας το καράβι
τι έμελε αδειάζοντας απόνερα και δίχτυα
καραβοκύρης στο πηδάλιο
μες τα ρηχά νερά
είχε ως κάτω φτερά αγγελικά
μαζεύοντας εντός πλατύφυλλες πόλεις
ήταν σιμά τρικυμία και χορός άξαφνων πουλιών
έσερνε την πληγωμένη φτέρνα
πριν κοιμηθεί άναβε πιθανότητες
© Ελένη Νανοπούλου
σε εσοχές
Όλη νύχτα κουβάρι
να σε μαντεύω
να σε μαντεύω
φάντασμα
σαν κοιμηθώ πριν κοιμηθώ
γυρίζοντας απ’ το πλευρό των χαμόγελων
στο ελάχιστο παράθυρο
με το καντήλι των βλεμμάτων σπασμένο
© Ελένη Νανοπούλου.
σαν κοιμηθώ πριν κοιμηθώ
γυρίζοντας απ’ το πλευρό των χαμόγελων
στο ελάχιστο παράθυρο
με το καντήλι των βλεμμάτων σπασμένο
© Ελένη Νανοπούλου.
Βζιιουιιουνν
Αυτή τη νύχτα δεν κοιμάμαι βγάζω από πάνω μου τα άδεια δωμάτια, κρεμάω στη φαρμακαποθήκη τα φιλιά, δεν θα’ χω στόμα μονάχα ένα φωτάκι δίχως ήχους και θορύβους. Όταν θα ‘ρθεις θα σφυρίξει εκκωφαντικά, θ’ ανοίξει η φορμόλη τα φιλιά και τα χείλη, θα βάλεις όποιες λέξεις θέλεις στη θέση της γλώσσας, θα καταπιώ εκείνες που σε πονάνε και θ’ απλώσω το ‘’ε’’ της εξημέρωσης στα καινούρια σεντόνια. Θα σου δείξω πως πεθαίνει μια ανάσα και πως ανασταίνεται ουρλιάζοντας. Θα ρουφήξω όλη τη τρικυμία από το λακκάκι του λαιμού σου, θα ξεκλειδώσω έναν – έναν τους σπονδύλους σου για να χωρέσει εκεί όλο το ‘’ω’’ των οκτακοσίων χιλιάδων αριθμών. Κι όταν μεταμορφωθείς σε εισιτήριο απεριόριστης διαδρομής θ’ ανοίξω το παράθυρο με τις πολυσύλλαβες λέξεις, εκείνες που δεν μας αντέχουν γιατί θα μυρίζουμε αλήθειες. Τότε θα γίνουμε αερόστατα, δίχως υποσχέσεις, λόγια, σώματα φοβισμένα, στάσεις, φανάρια, στροφές, ανηφόρες, λίγα λεπτά, αναμονές. Θα κρατάμε μια τεράστια ομπρέλα και θα φοράμε ένα τεράστιο κασκόλ μαζί. Μόνο να χωράμε στη ταχύτητα.
Βζιιουιιουνν
© Ελένη Νανοπούλου.
η βλάστηση των χειλιών
Γιατί τρέμεις πλάσμα;
αναγερτός
σπάνια πλέκω έντιμες λέξεις
και παίρνει να χαράζει ένα άφατο πρωινό επαίτης ίριδας
Εκάτη που ορίζεις τα έγκατα χρόνια
με τα υψωμένα μπράτσα
άπατρις κτώμαι τη βλάστηση των χειλιών
πριν ξημερώσει από τον άμβωνα με τις μεγάλες πέτρες
ο Έλενος στρατεύει ένα πουλί
άσαρκο μελλούμενο
να σφίγγει τις εκτάσεις και τα θάματα
σαν ο καημός - εξομολόγηση θνητών
δεν έχει άλλο βάρος
παρά της λαιμητόμου
σταγόνες που γυαλίζουν εκτεταμένη ελπίδα
του σφαδάζω δυο τριαντάφυλλα σιγής
άλικη ορμή του ρίγους
τα πρώτα ανασαλέματα
αμφίαλος ύπνος
με τα κλεμμένα άσπρα Άβδηρα δάχτυλα
και τον αυλό ηδονή
Αγλαοφήμη αδράχνει τον σκοπό
μπορεί και η ανατριχίλα να έχει φως
κι έτσι κοιμάμαι ελεύθερη σιωπή
με την ανάγλυφη αποστήθιση
ορίζοντες και άμυνες δεν έχει η νύχτα
ακούς τον ορθοστάτη σφυγμό;
© Ελένη Νανοπούλου
αναγερτός
σπάνια πλέκω έντιμες λέξεις
και παίρνει να χαράζει ένα άφατο πρωινό επαίτης ίριδας
Εκάτη που ορίζεις τα έγκατα χρόνια
με τα υψωμένα μπράτσα
άπατρις κτώμαι τη βλάστηση των χειλιών
πριν ξημερώσει από τον άμβωνα με τις μεγάλες πέτρες
ο Έλενος στρατεύει ένα πουλί
άσαρκο μελλούμενο
να σφίγγει τις εκτάσεις και τα θάματα
σαν ο καημός - εξομολόγηση θνητών
δεν έχει άλλο βάρος
παρά της λαιμητόμου
σταγόνες που γυαλίζουν εκτεταμένη ελπίδα
του σφαδάζω δυο τριαντάφυλλα σιγής
άλικη ορμή του ρίγους
τα πρώτα ανασαλέματα
αμφίαλος ύπνος
με τα κλεμμένα άσπρα Άβδηρα δάχτυλα
και τον αυλό ηδονή
Αγλαοφήμη αδράχνει τον σκοπό
μπορεί και η ανατριχίλα να έχει φως
κι έτσι κοιμάμαι ελεύθερη σιωπή
με την ανάγλυφη αποστήθιση
ορίζοντες και άμυνες δεν έχει η νύχτα
ακούς τον ορθοστάτη σφυγμό;
© Ελένη Νανοπούλου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







